Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zirkus
01
τσίρκο, τσίρκο
Ein Ort, an dem Artisten und Tiere Kunststücke vorführen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zirkusse
γενική πτώση
Zirkuss(e)s
Παραδείγματα
Der Zirkus kommt nächste Woche in unsere Stadt.
Το τσίρκο έρχεται στην πόλη μας την επόμενη εβδομάδα.
LanGeek



























