Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Zeitbombe
01
βόμβα χρονοδιακόπτη, εκρηκτική συσκευή χρονοδιακόπτη
Eine explosive Vorrichtung, die zu einer bestimmten Zeit oder nach Ablauf einer Zeitspanne detoniert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Zeitbombe
πληθυντικός τύπος
Zeitbomben
Παραδείγματα
Eine explodierte Zeitbombe verursachte schwere Schäden.
Μια ωρολογιακή βόμβα που εξερράγη προκάλεσε σοβαρές ζημιές.



























