die zeit
zeit
tsaɪt
tsait

Ορισμός και σημασία του "zeit"στα γερμανικά

01

Χρόνος

Der unendliche Ablauf von Momenten 
die Zeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Zeiten
γενική πτώση
Zeit
Παραδείγματα
Die Zeit vergeht schnell. 

Ο χρόνος περνά γρήγορα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store