der zeh
zeh
tse:
tse

Ορισμός και σημασία του "zeh"στα γερμανικά

01

δάχτυλο του ποδιού, δάχτυλο

ein Finger des Fußes, der zum Gehen und Stehen benötigt wird 
der Zeh definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zehen
γενική πτώση
Zehs
Παραδείγματα
Er hat sich den Zeh an einem Stein gestoßen. 

Χτύπησε το δάχτυλο του ποδιού σε μια πέτρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store