Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Yoga
[gender: masculine]
01
γιόγκα, πρακτική της γιόγκα
indische Praxis, die körperliche Übungen, Atemkontrolle und Meditation umfasst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Yoga(s)
Παραδείγματα
Yoga kombiniert körperliche Übungen mit mentaler Konzentration und bewusster Atmung.
Η γιόγκα συνδυάζει σωματικές ασκήσεις με νοητική συγκέντρωση και συνειδητή αναπνοή.



























