die wüste
wüs
ˈvy:s
vys
te
weste

Ορισμός και σημασία του "wüste"στα γερμανικά

01

έρημος, έρημος

Trockengebiet mit kaum Regen, wenig Pflanzen und oft Sandflächen 
die Wüste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Wüsten
γενική πτώση
Wüste
Παραδείγματα
In den Wüsten gibt es nur wenig Leben. 

Στις ερήμους, υπάρχει λίγη ζωή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store