die wäsche
wäsch
ˈvɛʃ
vesh
e
ə
ē

Ορισμός και σημασία του "wäsche"στα γερμανικά

01

ρούχα για πλύσιμο, άσπρο

Kleidung zum Waschen 
die Wäsche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wäsche
πληθυντικός τύπος
Wäschen
Παραδείγματα
Ich wasche die Wäsche. 

Πλένω τα ρούχα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store