Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wählen
01
επιλέγω, διαλέγω
Sich für etwas entscheiden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wähle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wählt
ενεστώτα μετοχή
wählend
απλός αόριστος
wählte
παθητική μετοχή
gewählt
Παραδείγματα
Ich wähle die richtige Antwort.
Εγώ επιλέγω τη σωστή απάντηση.
02
καλώ, πατάω
Eine Telefonnummer in ein Telefon eingeben
Παραδείγματα
Ich habe die falsche Nummer gewählt.
Κατέβασα λάθος αριθμό.



























