wählen
Pronunciation
/ˈvɛːlən/

Ορισμός και σημασία του "wählen"στα γερμανικά

wählen
01

επιλέγω, διαλέγω

Sich für etwas entscheiden
wählen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wähle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wählt
ενεστώτα μετοχή
wählend
απλός αόριστος
wählte
παθητική μετοχή
gewählt
Παραδείγματα
Ich wähle die richtige Antwort.
Εγώ επιλέγω τη σωστή απάντηση.
02

καλώ, πατάω

Eine Telefonnummer in ein Telefon eingeben
wählen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich habe die falsche Nummer gewählt.
Κατέβασα λάθος αριθμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store