die Wonne
Pronunciation
/vˈɔnə/

Ορισμός και σημασία του "wonne"στα γερμανικά

01

έκσταση, ευχαρίστηση

intensives Gefühl freudigen Wohlbehagens oder tiefen Genusses
die Wonne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wonne
Παραδείγματα
In ihren Worten lag eine Wonne, die ihre tiefe Zufriedenheit erkennen ließ.
Στα λόγια της υπήρχε μια ευχαρίστηση που άφηνε να εννοηθεί η βαθιά ικανοποίησή της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store