die wolke
wol
ˈvɔl
vawl
ke
wolle

Ορισμός και σημασία του "wolke"στα γερμανικά

01

σύννεφο, νεφέλη

Eine Ansammlung von Wassertröpfchen oder Eiskristallen in der Luft 
die Wolke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Wolken
γενική πτώση
Wolke
Παραδείγματα
Heute gibt es viele weiße Wolken am Himmel. 

Σήμερα υπάρχουν πολλά λευκά σύννεφα στον ουρανό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store