die wochenzeitung
wochenzeitung
vɔxəntsaɪ̯tʊng
vawkhēntsaitoong

Ορισμός και σημασία του "wochenzeitung"στα γερμανικά

Die Wochenzeitung
01

εβδομαδιαία εφημερίδα, εβδομαδιαίο

Eine Zeitung, die einmal pro Woche erscheint 
die Wochenzeitung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Wochenzeitungen
γενική πτώση
Wochenzeitung
Παραδείγματα
Ich kaufe jeden Samstag die Wochenzeitung. 

Αγοράζω την εβδομαδιαία εφημερίδα κάθε Σάββατο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store