Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Wochenzeitung
[gender: feminine]
01
εβδομαδιαία εφημερίδα, εβδομαδιαίο
Eine Zeitung, die einmal pro Woche erscheint
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wochenzeitung
πληθυντικός τύπος
Wochenzeitungen
Παραδείγματα
Auch als digitales Format gibt es viele Wochenzeitungen.
Wochenzeitung υπάρχει επίσης σε ψηφιακή μορφή.



























