der wochentag
woche
ˈvo:x
βοχ
ntag
nta:k
ντακ

Ορισμός και σημασία του "wochentag"στα γερμανικά

01

καθημερινή, εργάσιμη ημέρα

Ein Tag von Montag bis Freitag 
der Wochentag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Wochentage
γενική πτώση
Wochentag(e)s
Παραδείγματα
Montag ist ein Wochentag. 

Η Δευτέρα είναι εργάσιμη ημέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store