wiederholen
wiederholen
vi:dɐho:lən
vidholēn
wiederhörenwiederhaben

Ορισμός και σημασία του "wiederholen"στα γερμανικά

wiederholen
01

επαναλαμβάνω

Etwas noch einmal sagen oder machen 
wiederholen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
wieder
βασικό ρήμα
holen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wiederhole
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiederholt
ενεστώτα μετοχή
wiederholend
απλός αόριστος
wiederholte
παθητική μετοχή
wiederholt
Παραδείγματα
Kannst du das bitte wiederholen? 

Μπορείς να το επαναλάβεις, παρακαλώ;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store