der wettkampf
wett
ˈvɛt
βετ
kampf
kampf
καμπφ

Ορισμός και σημασία του "wettkampf"στα γερμανικά

01

αγώνας, διαγωνισμός

Eine sportliche oder geistige Konkurrenz, bei der mehrere Personen oder Teams gegeneinander antreten 
der Wettkampf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Wettkämpfe
γενική πτώση
Wettkampf(e)s
Παραδείγματα
Am Samstag haben wir einen wichtigen Wettkampf. 

Το Σάββατο έχουμε έναν σημαντικό διαγωνισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store