Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Wettkampf
01
αγώνας, διαγωνισμός
Eine sportliche oder geistige Konkurrenz, bei der mehrere Personen oder Teams gegeneinander antreten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Wettkämpfe
γενική πτώση
Wettkampf(e)s
Παραδείγματα
Am Samstag haben wir einen wichtigen Wettkampf.
Το Σάββατο έχουμε έναν σημαντικό διαγωνισμό.
LanGeek



























