der wechsel
wechsel
vɛksl
veksl

Ορισμός και σημασία του "wechsel"στα γερμανικά

01

αλλαγή, ανταλλαγή

Ein Austausch oder eine Änderung von etwas 
der Wechsel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Wechsel
γενική πτώση
Wechsels
Παραδείγματα
Der Wechsel des Jobs war eine gute Entscheidung. 

Η αλλαγή της δουλειάς ήταν μια καλή απόφαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store