die Wahrheit
Pronunciation
/ˈvaːɐ̯haɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "wahrheit"στα γερμανικά

01

αλήθεια, πραγματικότητα

Die Übereinstimmung einer Aussage mit der Realität
die Wahrheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wahrheit
πληθυντικός τύπος
Wahrheiten
Παραδείγματα
Wir müssen die Wahrheit herausfinden.
Πρέπει να ανακαλύψουμε την αλήθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store