die wahrheit
wahrheit
va:ɐ̯haɛ̯t
vahaet
wachheit

Ορισμός και σημασία του "wahrheit"στα γερμανικά

01

αλήθεια, πραγματικότητα

Die Übereinstimmung einer Aussage mit der Realität 
die Wahrheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Wahrheiten
γενική πτώση
Wahrheit
Παραδείγματα
Er konnte die Wahrheit nicht länger verbergen. 

Δεν μπορούσε πλέον να κρύψει την αλήθεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store