Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vielfältig
01
ποικίλος, πολυποίκιλος
Aus vielen verschiedenen Elementen bestehend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vielfältigsten
συγκριτικός βαθμός
vielfältiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Natur hier ist besonders vielfältig.
Η φύση εδώ είναι ιδιαίτερα ποικίλη.



























