vielfältig
Pronunciation
/ˈfiːlˌfɛltɪç/

Ορισμός και σημασία του "vielfältig"στα γερμανικά

vielfältig
01

ποικίλος, πολυποίκιλος

Aus vielen verschiedenen Elementen bestehend
vielfältig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vielfältigsten
συγκριτικός βαθμός
vielfältiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Natur hier ist besonders vielfältig.
Η φύση εδώ είναι ιδιαίτερα ποικίλη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store