Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschlüsseln
01
κρυπτογραφώ, κρυπτογραφώ
Daten oder Informationen durch einen Algorithmus in eine unlesbare Form umwandeln, um sie vor unbefugtem Zugriff zu schützen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schlüsseln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschlüssele
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschlüsselt
ενεστώτα μετοχή
verschlüsselnd
απλός αόριστος
verschlüsselte
παθητική μετοχή
verschlüsselt
Παραδείγματα
Die Festplatte wurde mit AES-256 verschlüsselt.
Ο σκληρός δίσκος κρυπτογραφήθηκε με AES-256.



























