Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschieden
01
διαφορετικός, ποικίλος
Nicht gleich in Art oder Form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
verschiedenste-
συγκριτικός βαθμός
verschiedener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die beiden Autos sind völlig verschieden.
Τα δύο αυτοκίνητα είναι εντελώς διαφορετικά.
02
ποικίλος, διαφορετικός
Mehrere, nicht nur eine Art oder Person
Παραδείγματα
Ich habe verschiedene Filme gesehen.
Είδα διαφορετικές ταινίες.



























