Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschaffen
01
dafür sorgen, dass jemand etwas bekommt oder nutzen kann , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schaffen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
verschaffte
παθητική μετοχή
verschafft
Παραδείγματα
Die Organisation verschafft armen Familien eine sichere Unterkunft.
LanGeek



























