Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbinden
01
επιδένω, δένομαι
Eine Wunde mit einem Verband versorgen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
binden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verbinde
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbindet
ενεστώτα μετοχή
verbindend
απλός αόριστος
verband
παθητική μετοχή
verbunden
Παραδείγματα
Die Krankenschwester verbindet den verletzten Arm.
Επιδέσμευση βοηθά στη θεραπεία του τραυματισμένου βραχίονα.
02
συνδέω, ενώνω
Zwei oder mehr Dinge zusammenfügen
Παραδείγματα
Die Brücke verbindet die beiden Städte.
Η γέφυρα συνδέει τις δύο πόλεις.
03
ενώνω, συνδέω
Sich mit anderen zusammenschließen
Παραδείγματα
Die beiden Firmen haben sich verbunden.
Οι δύο εταιρείες ενώθηκαν.
04
συνδέω, ενώνω
Jemanden telefonisch oder digital erreichen
Παραδείγματα
Kannst du mich mit Herrn Müller verbinden?
Μπορείτε να με συνδέσετε με τον κύριο Μίλερ ;



























