Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbinden
01
επιδένω, δένομαι
Eine Wunde mit einem Verband versorgen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
binden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verbinde
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbindet
ενεστώτα μετοχή
verbindend
απλός αόριστος
verband
παθητική μετοχή
verbunden
Παραδείγματα
Sie hat ihm sauber verbunden.
Του έδεσε τακτικά.
02
συνδέω, ενώνω
Zwei oder mehr Dinge zusammenfügen
Παραδείγματα
Musik verbindet Menschen.
Η μουσική συνδέει τους ανθρώπους.
03
ενώνω, συνδέω
Sich mit anderen zusammenschließen
Παραδείγματα
Politiker wollen sich verbinden, um stärker zu sein.
Οι πολιτικοί θέλουν να συνδεθούν για να είναι πιο δυνατοί.
04
συνδέω, ενώνω
Jemanden telefonisch oder digital erreichen
Παραδείγματα
Der Anruf konnte nicht verbunden werden.
Η κλήση δεν μπόρεσε να συνδεθεί.



























