der ventilator
ventilator
vɛntilato:ɐ
ventilato

Ορισμός και σημασία του "ventilator"στα γερμανικά

Der Ventilator
01

ανεμιστήρας, φυσητήρας

Gerät, das Luft in Bewegung setzt, um die Umgebung zu belüften oder zu kühlen 
der Ventilator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ventilatoren
γενική πτώση
Ventilators
Παραδείγματα
Der Ventilator hilft an heißen Tagen, die Luft zu kühlen. 

Ο ανεμιστήρας βοηθά να δροσίζει τον αέρα στις ζεστές μέρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ventilator
ventilate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store