Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unvorhergesehen
01
απρόβλεπτος, απροσδόκητος
Etwas, das plötzlich und ohne Planung oder Erwartung passiert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Wegen unvorhergesehener Probleme musste das Meeting verschoben werden.
Λόγω απρόβλεπτων προβλημάτων, η συνάντηση έπρεπε να αναβληθεί.



























