die unterbringung
un
ˈʊn
ουν
terb
ˌtɐb
τμπ
rin
ʁɪn
ριν
gung
gʊng
γκουνγκ

Ορισμός και σημασία του "unterbringung"στα γερμανικά

Die Unterbringung
01

διαμονή, φιλοξενία

Der Ort, an dem jemand wohnt oder untergebracht wird 
die Unterbringung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Unterbringungen
γενική πτώση
Unterbringung
Παραδείγματα
Die Unterbringung im Hotel war sehr komfortabel. 

Η διαμονή στο ξενοδοχείο ήταν πολύ άνετη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store