die umwelt
um
ˈʊm
oom
welt
vɛlt
velt

Ορισμός και σημασία του "umwelt"στα γερμανικά

01

περιβάλλον, περιβάλλοντος

Die Umgebung und Natur, in der Menschen, Tiere und Pflanzen leben 
die Umwelt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Umwelten
γενική πτώση
Umwelt
Παραδείγματα
Wir müssen die Umwelt schützen. 

Πρέπει να προστατεύσουμε το περιβάλλον.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store