Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Umleitung
01
παρακαμπτήριος δρόμος, ανακατεύθυνση
Eine vorübergehende Änderung der normalen Route wegen Bauarbeiten oder Sperrungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Umleitung
πληθυντικός τύπος
Umleitungen
Παραδείγματα
Wegen Bauarbeiten gibt es eine Umleitung.
Λόγω εργασιών, υπάρχει παράκαμψη.



























