die umleitung
um
ˈʊm
ουμ
lei
ˌlaɛ̯
λαε
tung
tʊng
τουνγκ

Ορισμός και σημασία του "umleitung"στα γερμανικά

01

παρακαμπτήριος δρόμος, ανακατεύθυνση

Eine vorübergehende Änderung der normalen Route wegen Bauarbeiten oder Sperrungen 
die Umleitung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Umleitungen
γενική πτώση
Umleitung
Παραδείγματα
Wegen Bauarbeiten gibt es eine Umleitung. 

Λόγω εργασιών, υπάρχει παράκαμψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store