Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
turnen
01
κάνω γυμναστική, ασκούμαι στη γυμναστική
Eine Sportart, bei der man Übungen mit dem Körper macht, oft auf Geräten wie dem Barren oder dem Boden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
turne
γ΄ ενικό πρόσωπο
turnt
ενεστώτα μετοχή
turnend
απλός αόριστος
turnte
παθητική μετοχή
geturnt
Παραδείγματα
Beim Turnen braucht man Kraft und Beweglichkeit.
Στη γυμναστική, χρειάζεται δύναμη και ευλυγισία.



























