turnen
Pronunciation
/ˈtʊʁnən/

Ορισμός και σημασία του "turnen"στα γερμανικά

turnen
01

κάνω γυμναστική, ασκούμαι στη γυμναστική

Eine Sportart, bei der man Übungen mit dem Körper macht, oft auf Geräten wie dem Barren oder dem Boden
turnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
turne
γ΄ ενικό πρόσωπο
turnt
ενεστώτα μετοχή
turnend
απλός αόριστος
turnte
παθητική μετοχή
geturnt
Παραδείγματα
Beim Turnen braucht man Kraft und Beweglichkeit.
Στη γυμναστική, χρειάζεται δύναμη και ευλυγισία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store