der turm
turm
tʊɐm
toom
wurm

Ορισμός και σημασία του "turm"στα γερμανικά

01

πύργος, ψηλό κτίριο

Ein hohes Bauwerk, oft Teil einer Burg oder eines Gebäudes 
der Turm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Türme
γενική πτώση
Turm(e)s
Παραδείγματα
Der Turm ist sehr hoch. 

Ο πύργος είναι πολύ ψηλός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store