das trinkgeld
trink
ˈtʁɪnk
trink
geld
gɛlt
gelt

Ορισμός και σημασία του "trinkgeld"στα γερμανικά

01

φιλοδώρημα, ανταμοιβή

Geld, das man für gute Bedienung gibt 
das Trinkgeld definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Trinkgelder
γενική πτώση
Trinkgeld(e)s
Παραδείγματα
Er gibt dem Kellner ein Trinkgeld. 

Δίνει φιλοδώρημα στον σερβιτόρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store