trinken
trinken
tʁɪnkng
trinkng
tränken

Ορισμός και σημασία του "trinken"στα γερμανικά

trinken
01

πίνω, καταπίνω

Flüssigkeit in den Mund nehmen und schlucken 
trinken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trinke
γ΄ ενικό πρόσωπο
trinkt
ενεστώτα μετοχή
trinkend
απλός αόριστος
trank
παθητική μετοχή
getrunken
Παραδείγματα
Ich trinke jeden Morgen Kaffee. 

Εγώ πίνω καφέ κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store