Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trinken
01
πίνω, καταπίνω
Flüssigkeit in den Mund nehmen und schlucken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trinke
γ΄ ενικό πρόσωπο
trinkt
ενεστώτα μετοχή
trinkend
απλός αόριστος
trank
παθητική μετοχή
getrunken
Παραδείγματα
Kinder dürfen keinen Alkohol trinken.
Τα παιδιά δεν επιτρέπεται να πίνουν αλκοόλ.



























