Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transportieren
[past form: transportierte]
01
μεταφέρω
Etwas von einem Ort zu einem anderen bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
transportiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
transportiert
ενεστώτα μετοχή
transportierend
απλός αόριστος
transportierte
παθητική μετοχή
transportiert
Παραδείγματα
Viele Menschen transportieren ihre Fahrräder im Zug.
Πολλοί άνθρωποι μεταφέρουν τα ποδήλατά τους στο τρένο.



























