der toaster
toaster
to:stɐ
tost

Ορισμός και σημασία του "toaster"στα γερμανικά

01

τοστιέρα, ψησταριά

Elektrisches Gerät zum Toasten von Brot 
der Toaster definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Toaster
γενική πτώση
Toasters
Παραδείγματα
Ich benutze jeden Morgen meinen Toaster für das Frühstück. 

Χρησιμοποιώ τη φρυγανιέρα μου κάθε πρωί για το πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

toaster
toast
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store