der Tischler

Ορισμός και σημασία του "tischler"στα γερμανικά

01

ξυλουργός, επιπλοποιός

eine Person, die Möbel und andere Gegenstände aus Holz baut, repariert oder bearbeitet
der Tischler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Tischlers
πληθυντικός τύπος
Tischler
Παραδείγματα
Der Tischler arbeitet oft mit verschiedenen Werkzeugen wie Sägen und Hämmern.
Ο ξυλουργός συχνά εργάζεται με διάφορα εργαλεία όπως πριόνια και σφυριά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store