der tischler
tischler
tɪʃlɐ
tishl

Ορισμός και σημασία του "tischler"στα γερμανικά

01

ξυλουργός, επιπλοποιός

eine Person, die Möbel und andere Gegenstände aus Holz baut, repariert oder bearbeitet 
der Tischler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Tischler
αρσενικό ενικό
Tischler
θηλυκό ενικό
Tischlerin
neutral form
Tischlereifachkraft
γενική πτώση
Tischlers
Παραδείγματα
Der Tischler baut einen neuen Tisch. 

Ο ξυλουργός κατασκευάζει ένα νέο τραπέζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store