Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Tisch
[gender: masculine]
01
τραπέζι, τραπέζι
Ein Möbelstück mit einer flachen Oberfläche, oft zum Essen oder Arbeiten genutzt
Παραδείγματα
Die Lampe steht auf dem Tisch.
Η λάμπα βρίσκεται στο τραπέζι.


























