der Tisch
Pronunciation
/tɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "tisch"στα γερμανικά

01

τραπέζι, τραπέζι

Ein Möbelstück mit einer flachen Oberfläche, oft zum Essen oder Arbeiten genutzt
der Tisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Tisch(e)s
πληθυντικός τύπος
Tische
Παραδείγματα
Die Lampe steht auf dem Tisch.
Η λάμπα βρίσκεται στο τραπέζι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store