Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Tierpark
[gender: masculine]
01
ζωολογικός κήπος, πάρκο ζώων
Ein Ort, an dem viele verschiedene Tiere gehalten und gezeigt werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Tierparks
πληθυντικός τύπος
Tierparks
Παραδείγματα
Der Eintritt in den Tierpark kostet zehn Euro.
Η είσοδος στο ζωολογικό κήπο κοστίζει δέκα ευρώ.



























