das Theater
Pronunciation
/teˈaːtɐ/

Ορισμός και σημασία του "theater"στα γερμανικά

Das Theater
[gender: neuter]
01

θέατρο, αίθουσα θεάματος

Ein Ort, wo man Schauspiel und Aufführungen sieht
das Theater definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Theaters
πληθυντικός τύπος
Theater
Παραδείγματα
Im Theater sieht man Schauspieler.
Στο θέατρο, βλέπονται ηθοποιοί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store