Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Terminkalender
01
ημερολόγιο ραντεβού, ημερολόγιο συναντήσεων
Ein Kalender, in den man wichtige Termine und Verabredungen einträgt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Terminkalender
γενική πτώση
Terminkalenders
Παραδείγματα
Ich trage alle meine Arztbesuche in den Terminkalender ein.
Καταγράφω όλα τα ραντεβού μου με τον γιατρό στο ημερολόγιο ραντεβού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
terminkalender
termin
kalender



























