Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Teppich
01
χαλί, κουβέρτα
Ein Stoff, den man auf den Boden legt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Teppich(e)s
πληθυντικός τύπος
Teppiche
Παραδείγματα
Der Teppich ist weich.
Το χαλί είναι μαλακό.



























