der teppich
te
ˈtɛ
te
ppich
pɪç
pich

Ορισμός και σημασία του "teppich"στα γερμανικά

01

χαλί, κουβέρτα

Ein Stoff, den man auf den Boden legt 
der Teppich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Teppiche
γενική πτώση
Teppich(e)s
Παραδείγματα
Der Teppich ist weich. 

Το χαλί είναι μαλακό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store