Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Taktik
01
τακτική, στρατηγική
Ein Plan oder eine Methode, die man benutzt, um in einem Spiel oder einer Situation besser zu sein
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Taktik
πληθυντικός τύπος
Taktiken
Παραδείγματα
Die Mannschaft hat eine neue Taktik ausprobiert.
Η ομάδα δοκίμασε μια νέα τακτική.



























