die taktik
tak
ˈtak
tak
tik
tɪk
tik

Ορισμός και σημασία του "taktik"στα γερμανικά

01

τακτική, στρατηγική

Ein Plan oder eine Methode, die man benutzt, um in einem Spiel oder einer Situation besser zu sein 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Taktik
πληθυντικός τύπος
Taktiken
Παραδείγματα
Die Mannschaft hat eine neue Taktik ausprobiert. 

Η ομάδα δοκίμασε μια νέα τακτική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store