das sweatshirt
sweatshirt
svɛʧœ:ɐt
svechoet

Ορισμός και σημασία του "sweatshirt"στα γερμανικά

Das Sweatshirt
01

φούτερ, σουέτ

Ein bequemes, meist aus Baumwolle gefertigtes Oberteil 
das Sweatshirt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Sweatshirts
γενική πτώση
Sweatshirts
Παραδείγματα
Er trägt ein blaues Sweatshirt zum Training. 

Φοράει ένα μπλε φούτερ για την προπόνηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store