Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surfen
01
σερφάρω, περιηγούμαι
im Internet nach Informationen suchen oder verschiedene Webseiten besuchen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
surfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
surft
ενεστώτα μετοχή
surfend
απλός αόριστος
surfte
παθητική μετοχή
gesurft
Παραδείγματα
Wir surfen oft im Netz.
Σερφάρουμε συχνά στο διαδίκτυο.
Das Surfen
01
Wassersport, bei dem man stehend auf einem Surfbrett eine Welle reitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Surfens
Παραδείγματα
Das Surfen kann auch gefährlich sein, besonders bei hohen Wellen.



























