surfen
surfen
zʊɐfn
zoofn
surren

Ορισμός και σημασία του "surfen"στα γερμανικά

surfen
01

σερφάρω, περιηγούμαι

im Internet nach Informationen suchen oder verschiedene Webseiten besuchen 
surfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
surfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
surft
ενεστώτα μετοχή
surfend
απλός αόριστος
surfte
παθητική μετοχή
gesurft
Παραδείγματα
Ich surfe im Internet. 

Εγώ σερφάρω στο Διαδίκτυο.

01

Wassersport, bei dem man stehend auf einem Surfbrett eine Welle reitet 

das Surfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Surfens
Παραδείγματα
Ich liebe Surfen. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store