der supermarkt
supermarkt
su:pɐmaʁkt
σουπμαρκτ

Ορισμός και σημασία του "supermarkt"στα γερμανικά

Der Supermarkt
01

σούπερ μάρκετ, μεγάλο κατάστημα

Ein großer Laden, wo man Lebensmittel und Dinge für den Alltag kauft 
der Supermarkt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Supermärkte
γενική πτώση
Supermarkt(e)s
Παραδείγματα
Ich gehe zum Supermarkt. 

Πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

supermarkt

super

+

markt

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store