die suite
suite
svitə
svitē
seitesaite

Ορισμός και σημασία του "suite"στα γερμανικά

01

σουίτα

Eine Reihe von verbundenen Räumen in einem Hotel oder Gebäude, die als luxuriöse Unterkunft dienen 
die Suite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Suiten
γενική πτώση
Suite
Παραδείγματα
Wir haben eine Suite mit Meerblick gebucht. 

Κλείσαμε μια σουίτα με θέα στη θάλασσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store