Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Suchtmittel
01
εθιστική ουσία, ναρκωτική ουσία
Eine Substanz, die Abhängigkeit verursachen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Suchtmittel
γενική πτώση
Suchtmittels
Παραδείγματα
Nikotin ist ein legales Suchtmittel.
Η νικοτίνη είναι ένα νόμιμο εθιστικό μέσο.
LanGeek



























