das suchtmittel
sucht
zʊxt
zookht
mittel
mɪtl
mitl

Ορισμός και σημασία του "suchtmittel"στα γερμανικά

Das Suchtmittel
01

εθιστική ουσία, ναρκωτική ουσία

Eine Substanz, die Abhängigkeit verursachen kann 
das Suchtmittel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Suchtmittels
πληθυντικός τύπος
Suchtmittel
Παραδείγματα
Nikotin ist ein legales Suchtmittel. 

Η νικοτίνη είναι ένα νόμιμο εθιστικό μέσο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store