das studio
stu
ˈʃtu:
shtoo
dio
dio:
dio
studie

Ορισμός και σημασία του "studio"στα γερμανικά

01

στούντιο, εργαστήριο

Ein Raum, in dem künstlerisch, musikalisch oder medial gearbeitet wird 
das Studio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Studios
πληθυντικός τύπος
Studios
Παραδείγματα
Das Studio ist modern eingerichtet. 

Το στούντιο είναι σύγχρονα διακοσμημένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store