Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Studiengang
01
πρόγραμμα σπουδών, προγραμμα σπουδών
Ein festgelegtes Lehrprogramm an einer Hochschule, das zu einem bestimmten Abschluss führt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Studiengang(e)s
πληθυντικός τύπος
Studiengänge
Παραδείγματα
Er wechselte den Studiengang nach dem ersten Jahr.
Άλλαξε το πρόγραμμα σπουδών μετά το πρώτο έτος.



























