der stil
stil
ʃti:l
shtil
stielsteil

Ορισμός και σημασία του "stil"στα γερμανικά

01

στυλ, τρόπος

Eine typische Art und Weise, wie etwas gestaltet oder ausgedrückt wird 
der Stil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stil(e)s
πληθυντικός τύπος
Stile
Παραδείγματα
Sein Kleidungsstil ist sehr modern. 

Το στυλ ντυσίματος του είναι πολύ μοντέρνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store