die stecknadel
steck
ˈʃtɛk
shtek
nadel
ˌna:dl
nadl

Ορισμός και σημασία του "stecknadel"στα γερμανικά

Die Stecknadel
01

καρφίτσα, καρφίτσα ραπτικής

Eine kleine, dünne Nadel mit einem Kopf, die zum Fixieren von Stoff benutzt wird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Stecknadeln
γενική πτώση
Stecknadel
Παραδείγματα
Ich stecke den Stoff mit einer Stecknadel fest. 

Καρφιτσώνω το ύφασμα με μια καρφίτσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store