die steckdose
steckdose
ʃtɛg̊do:sə
shtegdosē

Ορισμός και σημασία του "steckdose"στα γερμανικά

01

πρίζα, πρίζα ρεύματος

Ein Anschluss an der Wand, an den man elektrische Geräte anschließt 
die Steckdose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Steckdosen
γενική πτώση
Steckdose
Παραδείγματα
Das Ladegerät steckt in der Steckdose. 

Ο φορτιστής είναι συνδεδεμένος στην πρίζα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store