Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Steckdose
01
πρίζα, πρίζα ρεύματος
Ein Anschluss an der Wand, an den man elektrische Geräte anschließt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Steckdose
πληθυντικός τύπος
Steckdosen
Παραδείγματα
In jedem Zimmer gibt es mehrere Steckdosen.
Σε κάθε δωμάτιο υπάρχουν πολλές πρίζες.



























