der stall
stall
ʃtal
shtal
stahlstill

Ορισμός και σημασία του "stall"στα γερμανικά

01

σταύλος, ιπποστάσιο

Ein Gebäude, in dem Tiere gehalten werden 
der Stall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stall(e)s
πληθυντικός τύπος
Ställe
Παραδείγματα
Die Kühe stehen im Stall. 

Οι αγελάδες στέκονται στο σταύλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store